Διαγνωστικές ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες
Οι ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες συνιστούν επεμβατικές διαγνωστικές εξετάσεις, που συμβάλλουν στη διερεύνηση τυχόν αρρυθμιών και την πιθανότητα εκδήλωσης επικίνδυνων για τη ζωή του ασθενούς καταστάσεων, σε περιπτώσεις ασθενών που παρουσιάζουν επεισόδια ταχυαρρυθμίας ή συγκοπτικά επεισόδια. Η επεμβατική αυτή διαγνωστική διαδικασία, η οποία διενεργείται διαδερμικά με τοπική μόνον αναισθησία, επιτρέπει την πρόσβαση στην λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς και τον εντοπισμό του μηχανισμού που, ενδεχομένως, προκαλεί αρρυθμίες. Συνήθως, εφαρμόζεται για τη διερεύνηση και τον προσδιορισμό της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης σε περιπτώσεις ταχυαρρυθμιών, ενώ σπανιότερα ελέγχονται ασθενείς με βραδυαρρυθμίες. Επιπλέον, δεν επιτρέπει την σταδιοποίηση επικίνδυνων μελλοντικών συμβάντων σε ασθενείς με αρρυθμίες και τον προσδιορισμό της ανάγκης για φαρμακευτική ή πιο επεμβατική θεραπεία.
Επεμβατική θεραπεία αρρυθμιών
Η επεμβατική θεραπεία κατάλυσης (ablation) αρρυθμιών επιτρέπει την εκρίζωση του αιτίου της αρρυθμίας, όπως εκτοπή αρρυθμιογόνος εστία ή κύκλωμα ταχυκαρδίας και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από το είδος της αρρυθμίας. Η διαδικασία πραγματοποιείται με παρακέντηση της μηριαίας φλέβας ή αρτηρίας, έπειτα από τη χορήγηση τοπικής αναισθησίας. Αφού εντοπιστεί ο αρρυθμιολογικός παράγοντας, ακολουθεί η διαδερμική εισαγωγή καθετήρων, που στο άκρο τους φέρουν ηλεκτρόδια στην καρδιά, υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση, για την καταγραφή ηλεκτρικών σημάτων από σχετικά τμήματα της καρδιάς. Τα στάδια αυτά συνήθως έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, εάν έχει προηγηθεί ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Αφού έχουν εισαχθεί οι καθετήρες και έχει προκληθεί ταχυκαρδία, εισάγεται ειδικός καθετήρας κατάλυσης, ο οποίος τοποθετείται στην κατάλληλη θέση, έτσι ώστε τα ηλεκτρόδια της κορυφής του να έρχονται σε επαφή με τα τμήματα του μυοκαρδίου, στα οποία εντοπίζεται ο μηχανισμός πρόκλησης της αρρυθμίας. Ο καθετήρας μπορεί να χρειαστεί να μετακινηθεί από σημείο σε σημείο, μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη περιοχή. Στη συνέχεια, χορηγείται εντοπισμένο υψίσυχνο ρεύμα μέσω κυμάτων ραδιοσυχνοτήτων από τον καθετήρα κατάλυσης, το οποίο προκαλεί θερμική καταστροφή συγκεκριμένων, μικρής έκτασης, περιοχών του μυοκαρδίου που προκαλούν την αρρυθμία. Ο καυτηριασμός μπορεί επίσης, να πραγματοποιηθεί και με τη χρήση μπαλονιού κρυοκατάλυσης (cryoablation) ή με τη νέα μέθοδο του pulse field ablation.
Εάν οι διαγνωστικές ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες αναδείξουν την ανάγκη για επεμβατική θεραπεία κατάλυσης (ablation) αρρυθμιών, αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί στον ίδιο χρόνο. Αφού διενεργηθεί η διαδικασία και πραγματοποιηθεί η χαρτογράφηση της προέλευσης και των χαρακτηριστικών της αρρυθμίας, μπορεί να ακολουθήσει θεραπευτική παρέμβαση με κατάλυση αρρυθμιών, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο και αφού έχει συζητηθεί με τον ασθενή.
Οι δύο διαδικασίες συνδυάζονται στον ίδιο χρόνο, προκειμένου να αποφευχθεί η ταλαιπωρία του ασθενούς, καθώς έχει αποκτηθεί ήδη η αγγειακή πρόσβαση για την προώθηση των ειδικών καθετήρων, μέσω των οποίων διενεργείται και η κατάλυση.
Ανάλογα με την εντόπιση και το μηχανισμό των αρρυθμιών, οι επεμβατικές θεραπευτικές διαδικασίες περιλαμβάνουν:
| Ταχυκαρδία | Ποσοστό επιτυχίας ablation |
|---|
| Κολπική μαρμαρυγή | 70–80% |
| Κολπικός πτερυγισμός | 95% |
| Κολπική ταχυκαρδία | 85% |
| Κομβική ταχυκαρδία επανεισόδου (AVNRT) | 97% |
| Κολποκοιλιακός κόμβος (AVNRT slow pathway) | >97% |
| Παραπληρωματικό δεμάτιο (WPW) | 92% |
| Κοιλιακή ταχυκαρδία | 50–80% |
Εμφύτευση βηματοδοτών
Ο βηματοδότης είναι μια ιατρική συσκευή η οποία χρησιμοποιεί ηλεκτρικά ερεθίσματα που παρέχονται από ηλεκτρόδια που συστέλλουν τους καρδιακούς μυς, για να ρυθμίσουν τους παλμούς της καρδιάς. Ο πρωταρχικός σκοπός αυτής της συσκευής είναι να διατηρεί έναν επαρκή καρδιακό ρυθμό, είτε επειδή ο φυσικός καρδιακός ρυθμός δεν είναι αρκετά γρήγορος είτε επειδή υπάρχει κάποιο εμπόδιο στο σύστημα ηλεκτρικής αγωγιμότητας της καρδιάς. Φυσιολογικά, η καρδιά διαθέτει έναν φυσικό καρδιακό βηματοδότη, ο οποίος εντοπίζεται στον δεξιό κόλπο της καρδιάς και καλείται φλεβοκόμβος. Ο φλεβόκομβος παράγει ηλεκτρικά ερεθίσματα που συνδράμουν στη συστολή του μυοκαρδίου. Έν συνεχεία, τα ερεθίσματα αυτά μεταφέρονται στον κολποκοιλιακό κόμβο, ο οποίος εντοπίζεται κοντά στο κεντρικό τμήμα της καρδιάς, και ακολούθως τα ηλεκτρικά σήματα αποστέλλονται στα μυϊκά τοιχώματα των κοιλιών, προκειμένου δια της λειτουργίας τους να διατηρήσουν την κυκλοφορία του αίματος.
Η εμφύτευση βηματοδοτών κρίνεται επιτακτική σε περιπτώσεις βλάβες στο φλεβόκομβο, ή στο σύστημα αγωγής των ηλεκτρικών ερεθισμάτων μέσω του κολποκοιλιακού κόμβου. Η διαδικασία για την εμφύτευση βηματοδοτών διενεργείται με τοπική αναισθησία ή και με ήπια μέθη σε κατάλληλα διαμορφωμένο αιμοδυναμικό ή ηλεκτροφυσιολογικό εργαστήριο.
Συνήθως διενεργείται μια μικρού μεγέθους τομή στο δέρμα κάτωθι της κλείδας, και γίνεται αναζήτηση αγγειακής πρόσβασης, προκειμένου να γίνει παρακέντηση στην κεφαλική, ή αν δεν είναι εφικτό στην υποκλείδιο φλέβα. Στη φλέβα αυτή εισάγονται τα ηλεκτρόδια που τοποθετούνται στο μυοκάρδιο υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση έπειτα από κατάλληλες ηλεκτρικές μετρήσεις της λειτουργίας τους με τη χρήση ειδικού εξωτερικού μηχανήματος.
Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανισθεί εμφυτεύσιμοι βηματοδότες οι οποίοι τοποθετούνται μέσα στην καρδιά μέσω καθετήρων στην μηριαία φλέβα χωρίς την χρήση τομών ή ηλεκτροδίων.
Εμφύτευση απινιδωτών
Ο εμφυτεύσιμος καρδιομετατροπέας – απινιδωτής (ICD) αποτελεί συσκευή που ανιχνεύει επικίνδυνες για τη ζωή αρρυθμίες (κοιλιακή ταχυκαρδία ή κοιλιακή μαρμαρυγή) και χορηγεί ηλεκτρική εκφόρτιση στην καρδιά όταν κριθεί απαραίτητο, ώστε να επανέλθει ο καρδιακός ρυθμός. Οι καρδιομετατροπείς – απινιδωτές μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε περιπτώσεις ασθενών που είτε έχουν παρουσιάσει κάποιο επεισόδιο σοβαρής και επικίνδυνης για τη ζωή ταχυαρρυθμίας, είτε υπάρχει υψηλός κίνδυνος εμφάνισης ενός τέτοιου επεισοδίου. Ασθενείς με υποκείμενη καρδιακή πάθηση όπως το έμφραγμα μυοκαρδίου, η διατατική μυοκαρδιοπάθεια, οι λοιπές μυοκαρδιοπάθειες και τα νοσήματα που αφορούν το σύστημα ηλεκτρικής αγωγιμότητας της καρδιάς, οι οποίοι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο αιφνιδίου καρδιακού θανάτου, πρέπει να διερευνώνται για την ανάγκη εμφύτευσης απινιδωτή.
Η διαδικασία εμφύτευσης είναι παρόμοια με αυτή των απλών βηματοδοτών. Προσφάτως έχουν παρουσιαστεί νέα μοντέλα τα οποία μπορούν να εμφυτεύονται με υποδόρια μόνο καλώδια αποφεύγοντας την τοποθέτηση καλωδίων εντός των καρδιακών κοιλοτήτων.
Επικοινωνήστε μαζί μας